Οδοιπορικό Άνοιξης 2021 | Ημέρα V

Tη πέμπτη μέρα του οδοιπορικού μας παρουσιάζονται οι ζωγραφιές του μικρού Σωτήρη, μιας φιγούρας που επιθυμεί να παραμείνει στην ασφάλεια της σπηλιάς για πάντα. Ο Ιάσων Άλυ επικεντρώνεται στην ιδεά του εργαστηρίου του καλλιτέχνη ως την αρχή των πάντων, τη μήτρα, απ'όπου ξεκινάει το ταξίδι.

Ιάσων Άλυ (Ποιήματα) - Μικρός Σωτήρης (Ζωγραφιές) 

Ο μικρός Σωτήρης, τώρα, θα ήταν επτά χρονών. Παρέμεινε, όμως, για πάντα έξι. Πήγαινε έκτη δημοτικού, του άρεσε να ξαπλώνει με την κοιλία στην μοκέτα του νηπιαγωγείου και του δωματίου του. Θα μπορούσες να πεις πως ήταν ντροπαλό παιδί. Δεν μιλούσε, προτιμούσε να παρατηρεί και να αισθάνεται. 

Κάποια βίαια περιστατικά στο σπίτι και στο σχολείο τον είχαν στιγματίσει. Για κανέναν δεν είναι ευχάριστη η βία, εκείνον όμως τον τράνταζε περισσότερο. Δεν εμπιστευόταν τους γονείς του να μοιραστεί μαζί τους αυτά που τον πλήγωναν. Τα κρατούσε όλα μέσα του. Σκέψου ένα παιδί που δεν εκπνέει ποτέ, μονάχα εισπνέει. Θα ακουστεί περίεργο, αλλά ο Σωτηράκης είχε μνήμες από την κοιλιά της μαμάς του. Οσμές, ήχους, θερμοκρασίες, υφές όλα πεντακάθαρα. Κάθε μέρα που περνούσε απογοητεύονταν όλο και περισσότερο από τους ανθρώπους. Μικρούς και μεγάλους. Από τον τρόπο ζωής τους, από τον τρόπο που συμπεριφέρονταν ο ένας στον άλλον.

Έτσι γεννήθηκε μέσα του η ανάγκη να επιστρέψει πίσω στην μήτρα της μαμάς του. Ο μπαμπάς του δεν συμπεριφερόταν καλά ούτε σε αυτόν ούτε στην μαμά του. Του έλεγε πράγματα που δεν ήθελε να ξέρει, τον έπαιρνε σε μέρη που τον τρόμαζαν, τον γνώριζε σε ανθρώπους που δεν ήταν καλοί. Καυγάδιζε μπροστά του αρκετές φορές, μάλιστα μια φορά παραλίγο να πιαστεί στα χέρια .Εκείνη την φορά ο Σωτηράκης ένιωθε το στήθος του να καίει, δυσκολευόταν να καταπιεί, μούδιαζαν τα χέρια του, και τα μάτια του έτσουζαν καθώς προσπαθούσε να μην κλάψει. Τέτοιες στιγμές ένιωθε σαν γατί που το έπιαναν βίαια από τον λαιμό και το έβαζαν πάνω από φωτιά. 

Ο μικρός Σωτήρης έκανε ποδήλατο. Τσίμπαγε με καρφίτσες τα ακροδάχτυλά του, έκανε φωνές ζώων, του άρεσαν τα παστέλια, ένιωθε πως δεν μπορούσε να κουβεντιάσει με κανέναν, ντρεπόταν να κοιτάξει τους άλλους στα μάτια. Στην πλάτη του είχε νυχιές. Ένα φθινόπωρο έκανε βόλτα με το ποδήλατο γύρω από το σπίτι. Στάθηκε για λίγο εκεί που σταματούσε η άσφαλτος και ξεκινούσε το σκουπιδιασμένο χώμα. Ο ήλιος κρύφτηκε από τα σύννεφα. Κατέβηκε από το ποδήλατο, έβγαλε τα παπούτσια του και πάτησε ξυπόλυτος στο χώμα. Έσκυψε ακουμπώντας τις παλάμες του. Τότε ένιωσε την δόνηση. Πλησίασε το αυτί του και άκουσε τον υπόγειο βρυχηθμό. Πίστευε πως από κάτω υπήρχε η ‘’Καλύτερη σπηλιά της αγάπης’’. Έτσι λοιπόν αφού δεν μπορούσε να επιστρέψει στην μήτρα της μαμάς, ήλπιζε πως θα μπορούσε να επιστρέψει στην μεγαλύτερη μαμά. Την μαμά των πάντων. Την γη. Ο τρόπος που επέστρεψε δεν ήταν πολύ όμορφος για να τον περιγράψουμε. Τώρα ο Σωτηράκης υπάρχει σε μια άλλη διάσταση, ίδια με αυτήν εδώ, μόνο που υπάρχει μόνος του. Βρήκε την σπηλιά, εκεί περνάει τις ώρες του ζωγραφίζοντας.